ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ
Μου μίλησε η θάλασσα και σώπασε να μην ακουστεί
Στον κόσμο που θα με βγάλει ψεύτη να μην φανεί
Μου άνοιξε το μονοπάτι που την πονά
Σαν να ήθελε από χρόνια να το κρύψει πιο καλά…
Το μονοπάτι των ψεμάτων που το πνίγουν οι αλήθειες
Ψυχρές φόνισσες που τον δρόμο βρίσκουν σαν θεριά
Έρχονται στον ύπνο σου αλύπητα τις νύχτες
Και τύψεις σε γεμίζουν όλο πιο βαθιά
Κι εσύ φοβάσαι νιώθεις να σε πνίγει ένα χέρι
Ένα χέρι που χάθηκε στου χρόνου τα σχοινιά
Να σε πηγαίνει πέρα δώθε γύρω από μνήμες
Κι εσύ να κλαίς σαν να ήταν η πρώτη σου φορά…
Μ., Β´ λυκείου
ΓΕΛ Κρύας Βρύσης