ΑΠΕΡΑΝΤΟΣ
ΟΥΡΑΝΟΣ
Είναι ειρωνεία, φίλε μου.
Ν’ αγαπάς αυτό που σε σκοτώνει.
Κι ας σου το ‘χουν πει πολλοί,
Εσύ εθελοτυφλείς.
Τον ουρανό, πρόσεχε τον.
Γιατί είναι απέραντος.
Μια δίνη εθιστική.
Και γιατί κι αυτός σκοτώνει.
Στην πλάνη του αν πέσεις,
Το φεγγάρι αν αφήσεις να σε υπνωτίσει,
Θα σε τραβήξει στο κενό.
Τότε ποιον θα φωνάξεις να σε τραβήξει έξω;
Βγαίνω στο μπαλκόνι
Και λούζομαι.
Τα αστέρια βρέχουν με τη λάμψη τους
τα λυτά μου
μαλλιά.
Στέκομαι αμίλητη κι ασάλευτη.
Αφουγκράζομαι τους ήχους.
Ακούω όλα αυτά που κανείς δεν τολμά να πει.
Τη μέρα, όμως.
Γιατί τη νύχτα την πλανεύτρα,
Ακούγονται όλα!
Ποικίλες ιστορίες κι διαφορετικές,
Απ’ όλου του κόσμου τις γωνιές.
Απέραντος ο ουρανός.
Μα να τον προσέχεις, φίλε μου.
Νιώθω την αγάπη του,
Καθώς με πνίγει το κενό του φεγγαριού.