Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

                                                                 1964

Πόσο ασυγκράτητο και ταραγμένο είναι το σύμπαν.

Στροβιλίζεται αδιάκοπα, δε σταματάει ποτέ.

Το μόνο σταθερό χαρακτηριστικό του είναι πως συνεχώς όλα αλλάζουν.

Είναι ένα μυστήριο που μόνο αν βρισκόμαστε σε κατάσταση γαλήνης και ακινησίας μπορούμε να εκτιμήσουμε.

Και σαν το σύμπαν έτσι και η Σοφία.

Είδε τα πάντα γύρω της να αλλάζουν.

Χωρίς δισταγμό, χωρίς βιασύνη.

Είδε αδερφό και πατέρα να φεύγουν μακριά της. 

Είδε μητέρα και αδερφή να πέφτουν στα πατώματα.

Είδε τις άγριες μέλισσες να την περιτριγυρίζουν, σαν φαντάσματα.

Είδε ολάκερο τον κόσμο της να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια της.

Είδε εκείνον που αγαπά να την αφήνει πίσω.

Μονάχα μια βαλίτσα και 20 δολάρια είχε μαζί της.

Δεν καταλάβαινε γιατί.

Δεν είχε το κουράγιο να μάθει.

Όμως είχε θυμό.

Θυμό και φόβο.

Φόβο γιατί την διώχναν από τον τόπο της.

Την Πόλη, που γεννήθηκε.

Το σπιτικό της.

Δεν θα ξαναέβλεπε τον Κωνσταντή.

Όχι επειδή θα έμενε πίσω

Αλλά γιατί την νύχτα του γάμου, εκείνη την άτυχη νύχτα το ‘64

Της είχαν βάψει το νυφικό με αίμα.

Είχε χάσει τον άντρα της, πριν καν τον μάθει.

Τους έδιωχναν όλους έναν προς έναν.

Παιδιά, γέρους, πλούσιους, φτωχούς.

Είχαν βρει δικαιολογία.

Έλεγαν ότι τους κατασκόπευαν.

Γεμάτοι άγνοια για το μέλλον

Ένας ένας ανεβαίναν πάνω στις καρότσες.

Τα μωρά κλαίγανε,

 οι μανάδες τα κρατούσαν σφιχτά σα να τα βλέπανε για τελευταία φορά.

Οι πατεράδες λείπανε.

Τους είχαν σκοτώσει, φοβούμενοι για επανάσταση.

Άλλοι πάλι έπερναν το τραίνο.

Τρέχανε.

Όλοι τους.

Τρέχανε να προλάβουνε.

Ήθελαν να φύγουν στην Γερμανία.

Γη της Επαγγελείας.

Έτσι την ονομάζανε.

Η δε Σοφία

Δεν ήθελε να φύγει.

Δεν θα άφηνε πίσω της 

Την πρώτη της αγάπη.

Με φωνή δυνατή 

Φώναζε.

Γεμάτη πόνο και δυστυχία.

Μόλις είχε μάθει για την κανέλα.

Η ζωή της ήταν ήρεμη.

Όμως ήξερε.

Κάτι δεν πήγαινε σωστά.

Όλα ήταν θολά.

Οι φονιάδες του πατέρα της

Τώρα της είχαν στερήσει την αγάπη.

Οι φονιάδες του αδερφού της

Τώρα της είχαν πάρει τη ζωή.

Έπρεπε να αφήσει την Πόλη.

Την Πόλη της.

Η αδερφή της πάλι ήταν αλλιώς.

Ήταν μικρή

Δεν καταλάβαινε.

Τουλάχιστον έτσι έλεγε η μάνα τους.

Τους τα είχαν πάρει όλα.

Όλα ήταν δικά τους πλέον.

Σπίτια 

Περιουσίες

Χωράφια.

Τους είχαν στερήσει οικογένεια

Δουλειές

Αξιοπρέπεια.

Και τώρα ήταν όλοι μόνοι τους.

Ο καθένας είχε τον εαυτό του.

Γιαγιάδες αποχωρίζονταν τα εγγόνια τους.

Σύζυγοι κουνούσαν το μαντίλι σε συζύγους 

Μέσα από ένα στενό βαγόνι τραίνου.

Πλέον δεν λέγονταν Έλληνες

Ούτε κωνσταντινουπολίτες

Πλέον όλοι τούς ήξεραν ως πρόσφυγες.

Έτσι και η Σοφία.

Σπλάνταζε στο κλάμα καθώς αποχαιρετούσε την παλιά της ζωή.

Έλεγε αντίο στο πιο όμορφο κομμάτι της.

Αντίο στον παλιό της εαυτό.

Αντίο στην ημέρα που γνώρισε τον Κωνσταντή

Εκείνο τον ευγενικό άνθρωπο

Γιό του κυρ-Στέφανου

Το ψηλό παλικάρι με τα γαλανά σαν τον ουρανό μάτια.

Αντίο στην παιδική της ηλικία.

Αντίο στα μπαχάρια και τις μυρωδιές.

Αντίο στα βιβλία που διάβαζε κρυφά τα βράδυα.

Και σε ολές εκείνες τις ομορφιές.

Αντίο στα γέλια και τις χαρές των θείων

Όταν έρχονταν από το εξωτερικό.

Αντίο στα τραγούδια 

Στους ψαλμούς στην εκκλησία.

Αντίο στην Αγιά Σοφιά 

Αντίο στα κρυφά της μονοπάτια

Αντίο και σε εκείνες τις ελεύθερες φωνές

Που της έλεγαν «μη φύγεις»

Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που φοβόταν για το αύριο.

Τόσο δεν είχε φοβηθεί την ημέρα που ο πατέρας της έμαθε για εκείνον.

Τον ένα και μοναδικό.

Φοβόταν για αυτήν

Την μάνα και την αδερφή της.

Έκλαιγε για όλους εκείνους στο σταθμό.

Μοιρολογούσε όλους τους πεσόντες.

Έπρεπε να φύγει δεν είχε άλλη επιλογή.

Το μόνο που είχε μαζί της 

Μια βαλιτσούλα και 20 δολάρια.

Τίποτε παραπάνω

Τίποτε λιγότερο.

Μια μικρή φωτογραφία του γάμου είχε ξεφύγει του χαμού.

Το μόνο που είχε απομείνει από εκείνον.

Ήξερε ότι θα πάει να τον έβρει

Κάποια μέρα στο μέλλον.

Κι αυτή η μέρα ήρθε.

Όχι όσο γρήγορα όσο ήθελε.

Αλλά ήρθε.

Ήταν μια απλή κοπέλα από την Πόλη.

Ήταν απλά ένα μικρό κορίτσι.

Νέο σα τα κρύα τα νερά.

Ήταν απλά μια άγρια γυναίκα.

Ήταν απλά η γιαγιά μου η Σοφία.

Μια διωγμένη γυναίκα.

Ένας πρόσφυγας. 

Όμως δεν ήταν η μοναδική.


Ε. Γ' λυκείου


‘’ Έρωτας τ’ όνομά σου’’