Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

 «Η πορεία της αστραπής»


Σαν αστραπή  περνάς και φεύγεις.

Σαν αστραπή φωτίζεις το σκοτάδι.

Έρχεται η ώρα που ξεσπάς,

τα δάκρυα βροχή,

δροσίζουν την άνυδρη τη γη.

Να είσαι αγάπη, έρωτας ή απλώς μια αστραπή;

Σε εξετάζω διεξοδικά 

μα σίγουρα δεν είσαι ό,τι φαίνεσαι...

Είσαι το βέλος που μου τρυπάει την καρδιά.

Είσαι πνοή γεμάτη χρώμα που ελευθερώνει τα σφιγμένα μου πνευμόνια.

Μείνε σε παρακαλώ.

Δώσε μου πνοή,

ανάστησε την μαραμένη μου καρδιά με ένα φιλί.

Ταξίδεψέ με σε θάλασσες γαλάζιες, βουνά ψηλά και κόσμους μακρινούς.

Μόνο μια χάρη κάνε μου.

Σαν έρθει η στιγμή να φύγεις ,

μην κανείς θόρυβο, γιατί θα σπάσω 

μην μου το πεις, θα πληγωθώ.

Μονάχα δώσ’ μου το φιλί που με ανέστησε 

...

Και χαράξου στην ψυχή μου αιώνια.

Μ. Σ., Γ' λυκείου

ΟΙ ΠΛΕΥΡΕΣ

Ήλιος

Φεγγάρι

Φως

Σκοτάδι

Ποια πλευρά νικά;

Κακό ή καλό;

Στον κόσμο της σκληρότητας και του ατομικισμού,

Τι υπερισχύει;

Πάντα το καλό νικά λένε.

Το φως δεν σβήνει ποτέ λένε.

Οι άνθρωποι το σβήνουν,

Αυτοί είναι υπαίτιοι για τα δεινά του κόσμου,

Αυτοί και μόνο αυτοί,

Σπαταλούν το μεγαλείο της φύσης και της κάθε προσωπικότητας...

Α., Γ' λυκείου

ΣΑΡΔΑΜ ΣΚΕΨΕΩΝ


Ένα χρόνιο κελί πόνου διαπερνά κάθε κύτταρο μου
Μία αποδομημένη ζωή σε ένα κόσμο γεμάτο κενοδοξία
Απαράμιλλη ηλιαχτίδα μίσους διαρρέει σαν ρεύμα την ψυχή μου
Στα καλντερίμια των σκέψεων χάνομαι
-διαθέσεις κυματοσυνάρτησης-
ως υπόλογος ενός απροσπέλαστου κομφορμισμού
Κοίτα, κοίτα την αναξιοπιστία γύρω σου
Της μισαλλοδοξίας η επιρροή μας κυβερνά
Κατάθεση ψυχής κάθε έκφρασή μου
σαν νεοφερμένη εμπειρία που φλέγεται
Ένας φαύλος κύκλος 
Μία αδιάκοπη προμνησία
Η βαρύτητα των σκέψεων μου ξεπερνά
τους νόμους της φυσικής
Ίσως πταίει ο εγωισμός μου
μια αλυχτώσα αλεπού που με ελέγχει
Ο αμετροεπής φετιχισμός που καθηλώνει
Τι έπεται σε όσα προηγήθηκαν;
Συνοδοιπόρος μου ο ρεαλισμός
Ο κόσμος ένα έργο τέχνης 
σε αποθήκη εγκαταλελειμμένου μουσείου
Μία κωμική αναπαράσταση της πραγματικότητας
Αιδήμων σιγή επικρατεί
Είναι καλλιέπεια η σκέψη
ένα ρυάκι που δροσίζει κάθε επιθυμία μου
Καθησυχάζω τον εαυτό μου
για την ολισθηρότητα της κοινωνίας
Βρίσκομαι σε ρήξη με τη λογική
Υποθάλπω την έξαψη των συναισθημάτων
Σε εγκλεισμό δια παντός με το "εγώ" μου
Της κλειστοφοβίας η ανεκτικότητα 
έσωσε την άνευ αντικρίσματος κοινωνία
Χάθηκε η φλόγα της επιείκειας
Βαθυστόχαστο νόημα η απογοήτευση
Σαρδάμ σκέψεων με διαβρώνουν 
προς επίρρωση της αιθεροβάμονος λογικής μου 

Παύλος Π., Γ' λυκείου

 ΔΑΜΟΚΛΕΙΟΣ ΣΠΑΘΗ


Μας έχει αποσπάσει κάθε ελπίδα μέσα στην δίνη της αλήθειας

Είμαστε καταδικασμένοι 

να ξεθωριάζουμε σαν απλές σκιές 

Ελλοχεύουν πελάγη πασχίζοντας να καταπνίξουν

το γλαφυρό μας δήθεν 

Οι αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές μας

γεννούν ένα χείμμαρο σκέψεων 

Εξ απήνης επέρχεται το αίσθημα του δικαίου 

Το σώμα μας επιζητεί την λύτρωση 

Το μυαλό μας την εξουσία 

Εξ απαλών ονύχων κυνηγούμε την εντελέχεια 

Η αυτοκαταστροφή αποτελεί εκατόμβη του είδους μας 

Πρέπει να μετενσαρκωθούμε 

να χαρακτηριστούμε ως άνθρωποι 

Τελικά η εξέλιξη μας είναι κυκλική 

που πλησιάζει την προγονική της μορφή 

Οδηγούμαστε σε επίπληξη της προσωπικής μας αυθεντίας 

ως απόρροια των πράξεων μας 

Δεν είναι εξέλιξη αυτό θαρρώ 

Είναι ένας άμεσος κίνδυνος 

που προσμένει την αποσάθρωση μας 


Παύλος Π. 



EYTYXIA

 Είμαι άνθρωπος

Κι είμαι από αυτούς που αναρωτιούνται.

Ο κόσμος γύρω μου φαντάζει στρεβλός,

Ίσως γιατί φημολογείται πως την έχασα.

Δεν ξέρω.

Μου υποκρύπτει τη βαθύτερή της επιθυμία

Για ένα σύμπαν που λατρεύει την απουσία μου.

Με αποφεύγει κι ας μην το παραδέχεται.

Με δικάζει,

Γιατί κάποτε τα λάθη μου ποικίλαν.

Και γιατί κάποτε υποτίμησα τη δύναμή της.

‘’Είναι αισχρός ο κόσμος μακριά μου, Αγαπημένε μου’’.

Έτσι έλεγε.

Κι εγώ διψούσα για ένα διηνεκές χάδι της.

Το όνομά της Ευτυχία.

Κι εγώ προσκυνητής στα πόδια της.

ΠΕΛΑΓΟΣ

 ΔΙΑΘΕΣΗ

Διάθεση.

Μια λέξη πολυσήμαντη.

Ενεργητική ή παθητική,

Καλή ή κακή.

Διάθεση.

Ξεχνώ πως είναι η "καλή διάθεση",

μέσα στη θλίψη μου.

Γιατί;

Η ζωή θα έπρεπε να είναι ωραία.

Να εμφορείται από ευτυχία.

Όμως, η ζωή δεν είναι έτσι.

Όχι.

Υπάρχουν καταστάσεις που επηρεάζουν τη διάθεσή μας.

Μας αλλάζουν.

Είτε τις δημιουργούμε είτε τις δεχόμαστε.

Ενεργητικά ή παθητικά.

Αυτή είναι η διάθεση.

Βρες την.

Κατάκτησε την.

Κράτησε την.

Μην την αφήσεις να φύγει.

Όχι, όταν την χρειάζεσαι.

Αγκάλιασε την,

Θα σε αγαπήσει κι αυτή,

και θα μείνει για όσο εσύ θελήσεις.

Αν. Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

  

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ

 

Ζεις σ’ έναν κόσμο δυσνόητο,

Άδικο.

Ναι, σε ‘σένα μιλάω.

Ναι, τα λέω για να τ’ ακούσω κι εγώ.

 

Η αγάπη σου ζητά ένα χορό.

Κι όμως.

Τώρα που μας στερούν τα πάντα,

Τώρα που καταπατούν εμάς.

 

Τι κι αν ζήσαμε χρόνια;

Χρόνια ολόκληρα σ’ αυτόν τον κόσμο,

Γι’ αυτούς δεν μετράνε.

Δεν είναι καλοί στα μαθηματικά.

 

Για εμάς όμως αξίζουν.

Θέλει να τα κάνει ν’ αξίζουν.

Ποθεί και βιώνει πλήθος συναισθημάτων,

Μα κάποιες μέρες δεν αντέχει κανένα.

 

Κι εσύ ζητάς μόνο το κενό.

Να πλανεύεσαι στην άδεια σου αγκαλιά.

Μα μέρες κρύες ζητάς παρηγοριά,

Γιατί σου έλειψε.

 

Ναι, λοιπόν, σε μια τέτοια μέρα,

Σου ζητά τον παντοτινό τελευταίο σας χορό.

Πριν τον πάρουν μακριά σας,

Πριν γίνετε ξένοι.

Και πριν η μελωδία πάψει να αντηχεί.

 

 

 

Αλ3ξάνδρα,

 ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ


Φύτεψα σε γλάστρα τρεις ευχές,                

δύο για τις πατρίδες της καρδιάς,

την άλλη για την πατρίδα της προσμονής.

Έφυγαν πουλιά, ταξίδεψαν σαν όνειρα στα χέρια μου,

μα δεν είναι πια αδειανά.

Κρατούν της ζωής σου το νήμα.

Μια κλωστίτσα αρχή και ένα κόκκινο πορφυρό στη μνήμη.

Μου έδωσες τη δύναμη να μπορώ και τον λόγο να θέλω.

Πύλη ανοιχτή ο νους μου για να ξεδιψάσει της ψυχής τα δύσκολα

Και μια φαντασία που προσδοκά το ανέφικτο…

Έτσι, απλά περπάτησες δίπλα μου.

Μου χάρισες καλημέρες μέσα από μια θλίψη που μόνο εσύ μπορείς να διαβάσεις.

Μου έδειξες με νοήματα της ανάγκης το δρόμο

και με έκανες να βουτήξω σε άγνωστα νερά,

στα νερά που ανήκουν στον θεό Έρωτα.

Κι ας έχω χάσει ουρανούς και ταξιδέματα.

Σήμερα πότισα την ευχή της πατρίδας της προσμονής

Και επιβιβάστηκα βιαστικά στο κόκκινο καράβι

με προορισμό την πατρίδα της καρδιάς.

Εκεί θα βρίσκομαι…

Όταν θελήσεις να ζεστάνεις τα χέρια σου ,

όταν θελήσεις να σβήσεις τα λάθη του παρελθόντος,

όταν θελήσεις να ζωγραφίσεις πρόσωπα και αναμνήσεις.

Θα με βρεις στο κόκκινο καράβι στην πατρίδα της καρδιάς.

Εκεί θα βρίσκομαι,

Να σου γνέφω πως όλα είναι δρόμος.

Μπορεί να είναι δύσβατος, αλλά

Μην διστάσεις. Προχώρα.

Και αν κουραστείς,

στον ουρανό σου, σύννεφο θα είμαι να δροσιστείς

και χαμόγελο στον ύπνο σου να σε ανακουφίσει.

Αερικό εσύ και εγώ μαγεία που σε συνοδεύει.

 

 

Δημήτρης, Γ’ λυκείου

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

                                                                 1964

Πόσο ασυγκράτητο και ταραγμένο είναι το σύμπαν.

Στροβιλίζεται αδιάκοπα, δε σταματάει ποτέ.

Το μόνο σταθερό χαρακτηριστικό του είναι πως συνεχώς όλα αλλάζουν.

Είναι ένα μυστήριο που μόνο αν βρισκόμαστε σε κατάσταση γαλήνης και ακινησίας μπορούμε να εκτιμήσουμε.

Και σαν το σύμπαν έτσι και η Σοφία.

Είδε τα πάντα γύρω της να αλλάζουν.

Χωρίς δισταγμό, χωρίς βιασύνη.

Είδε αδερφό και πατέρα να φεύγουν μακριά της. 

Είδε μητέρα και αδερφή να πέφτουν στα πατώματα.

Είδε τις άγριες μέλισσες να την περιτριγυρίζουν, σαν φαντάσματα.

Είδε ολάκερο τον κόσμο της να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια της.

Είδε εκείνον που αγαπά να την αφήνει πίσω.

Μονάχα μια βαλίτσα και 20 δολάρια είχε μαζί της.

Δεν καταλάβαινε γιατί.

Δεν είχε το κουράγιο να μάθει.

Όμως είχε θυμό.

Θυμό και φόβο.

Φόβο γιατί την διώχναν από τον τόπο της.

Την Πόλη, που γεννήθηκε.

Το σπιτικό της.

Δεν θα ξαναέβλεπε τον Κωνσταντή.

Όχι επειδή θα έμενε πίσω

Αλλά γιατί την νύχτα του γάμου, εκείνη την άτυχη νύχτα το ‘64

Της είχαν βάψει το νυφικό με αίμα.

Είχε χάσει τον άντρα της, πριν καν τον μάθει.

Τους έδιωχναν όλους έναν προς έναν.

Παιδιά, γέρους, πλούσιους, φτωχούς.

Είχαν βρει δικαιολογία.

Έλεγαν ότι τους κατασκόπευαν.

Γεμάτοι άγνοια για το μέλλον

Ένας ένας ανεβαίναν πάνω στις καρότσες.

Τα μωρά κλαίγανε,

 οι μανάδες τα κρατούσαν σφιχτά σα να τα βλέπανε για τελευταία φορά.

Οι πατεράδες λείπανε.

Τους είχαν σκοτώσει, φοβούμενοι για επανάσταση.

Άλλοι πάλι έπερναν το τραίνο.

Τρέχανε.

Όλοι τους.

Τρέχανε να προλάβουνε.

Ήθελαν να φύγουν στην Γερμανία.

Γη της Επαγγελείας.

Έτσι την ονομάζανε.

Η δε Σοφία

Δεν ήθελε να φύγει.

Δεν θα άφηνε πίσω της 

Την πρώτη της αγάπη.

Με φωνή δυνατή 

Φώναζε.

Γεμάτη πόνο και δυστυχία.

Μόλις είχε μάθει για την κανέλα.

Η ζωή της ήταν ήρεμη.

Όμως ήξερε.

Κάτι δεν πήγαινε σωστά.

Όλα ήταν θολά.

Οι φονιάδες του πατέρα της

Τώρα της είχαν στερήσει την αγάπη.

Οι φονιάδες του αδερφού της

Τώρα της είχαν πάρει τη ζωή.

Έπρεπε να αφήσει την Πόλη.

Την Πόλη της.

Η αδερφή της πάλι ήταν αλλιώς.

Ήταν μικρή

Δεν καταλάβαινε.

Τουλάχιστον έτσι έλεγε η μάνα τους.

Τους τα είχαν πάρει όλα.

Όλα ήταν δικά τους πλέον.

Σπίτια 

Περιουσίες

Χωράφια.

Τους είχαν στερήσει οικογένεια

Δουλειές

Αξιοπρέπεια.

Και τώρα ήταν όλοι μόνοι τους.

Ο καθένας είχε τον εαυτό του.

Γιαγιάδες αποχωρίζονταν τα εγγόνια τους.

Σύζυγοι κουνούσαν το μαντίλι σε συζύγους 

Μέσα από ένα στενό βαγόνι τραίνου.

Πλέον δεν λέγονταν Έλληνες

Ούτε κωνσταντινουπολίτες

Πλέον όλοι τούς ήξεραν ως πρόσφυγες.

Έτσι και η Σοφία.

Σπλάνταζε στο κλάμα καθώς αποχαιρετούσε την παλιά της ζωή.

Έλεγε αντίο στο πιο όμορφο κομμάτι της.

Αντίο στον παλιό της εαυτό.

Αντίο στην ημέρα που γνώρισε τον Κωνσταντή

Εκείνο τον ευγενικό άνθρωπο

Γιό του κυρ-Στέφανου

Το ψηλό παλικάρι με τα γαλανά σαν τον ουρανό μάτια.

Αντίο στην παιδική της ηλικία.

Αντίο στα μπαχάρια και τις μυρωδιές.

Αντίο στα βιβλία που διάβαζε κρυφά τα βράδυα.

Και σε ολές εκείνες τις ομορφιές.

Αντίο στα γέλια και τις χαρές των θείων

Όταν έρχονταν από το εξωτερικό.

Αντίο στα τραγούδια 

Στους ψαλμούς στην εκκλησία.

Αντίο στην Αγιά Σοφιά 

Αντίο στα κρυφά της μονοπάτια

Αντίο και σε εκείνες τις ελεύθερες φωνές

Που της έλεγαν «μη φύγεις»

Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που φοβόταν για το αύριο.

Τόσο δεν είχε φοβηθεί την ημέρα που ο πατέρας της έμαθε για εκείνον.

Τον ένα και μοναδικό.

Φοβόταν για αυτήν

Την μάνα και την αδερφή της.

Έκλαιγε για όλους εκείνους στο σταθμό.

Μοιρολογούσε όλους τους πεσόντες.

Έπρεπε να φύγει δεν είχε άλλη επιλογή.

Το μόνο που είχε μαζί της 

Μια βαλιτσούλα και 20 δολάρια.

Τίποτε παραπάνω

Τίποτε λιγότερο.

Μια μικρή φωτογραφία του γάμου είχε ξεφύγει του χαμού.

Το μόνο που είχε απομείνει από εκείνον.

Ήξερε ότι θα πάει να τον έβρει

Κάποια μέρα στο μέλλον.

Κι αυτή η μέρα ήρθε.

Όχι όσο γρήγορα όσο ήθελε.

Αλλά ήρθε.

Ήταν μια απλή κοπέλα από την Πόλη.

Ήταν απλά ένα μικρό κορίτσι.

Νέο σα τα κρύα τα νερά.

Ήταν απλά μια άγρια γυναίκα.

Ήταν απλά η γιαγιά μου η Σοφία.

Μια διωγμένη γυναίκα.

Ένας πρόσφυγας. 

Όμως δεν ήταν η μοναδική.


Ε. Γ' λυκείου


 «Ο εαυτός σου»


Το παρελθόν σου το δημιουργείς ,

Εσύ το φτιάχνεις 

και το κουβαλάς 

ως το τέλος της ζωής σου.


Το παρελθόν σε έθρεψε .

Μα μην ξεχνάς !

Το έθρεψες και εσύ.

Με τις πράξεις σου ,

το τάισες, το αχόρταγο το παρελθόν σου.


Αρνήσου το αν θες , 

Μπορείς .

Μα σα το αρνηθείς ,

αρνείσαι το εγώ σου ,

αρνείσαι το παρόν σου.


Πρόσεξε ,

Γιατί μια ευκαιρία έχεις μονάχα στην ζωή .

Φρόντισε το ...

Αγάπησε το ...

Το παρελθόν σου!

Μ. Γ' λυκείου

Μην σε ξεχνάς

Ετεροκατευθυνόμενες

ενέργειες, αυταπόδεικτα μίση, ένα όνειρο

ατέρμονο και άπιαστο, μα τι σ' εμποδίζει;

Σε ξεχνάς. Σε παραμελείς με τροπο που δε

αντιλαμβάνεται και δε δύναται να

αντισταθμίσει τις επιπτώσεις για την ψυχική

και την πνευματική σου υγεία. Σε εξαχρειώνει

ηθικά, σε κάνει να απελπίζεσαι και να βιώνεις

τους απελπιστικούς συναισθηματισμούς. Γιατί;

Γιατί σε ξεχνάς. Αφαιρείς από την μνήμη σου

την δύναμη, το σθένος και την διάνοια

σου. Συνεχίζεις την πορεία στην ζωή σου με

βάση τις κοινές αποδέκτες εκτιμήσεις και τις

επιβεβαιώσεις του περιγύρου. Άλλωστε το

έχεις μάθει τώρα.

Πράγματι σε ξεχνάς. Αφήνεσαι, Τρέπεσαι,

Στρέφεσαι, Εναντιώνεσαι εσύ και κάθε εσύ.

Εσύ και κάθε πτυχή που συνθέτει αυτή την

προσωπική σου ανωνυμία. Εσύ και όλα τα

ιδιαίτερα χαρακτηριστικά

σου. Αντιπαρατίθεσαι στον εαυτό σου

Ναι αυτός είναι ο λόγος που σε ξεχνάς. Έχεις

πάψει να ενδιαφέρεσαι για την εξέλιξη και την

άνοδό σου. Έχεις βάλει άνω τέλεια στην

προσωπική σου διαύγεια και έχεις καταλήξει

να βρίσκεσαι στο "εσύ" και όχι στο "εγώ"

Γιατί κοιτάς το "εγώ" σου από απόσταση; Τι σε

κρατάει από την ουσιαστικότερη προσέγγιση

του; Νομίζεις δε μπορείς να χαρακτηριστείς 

αρκούμενος στις αυτάρκεις ιδιότητες σου;

Γιατί αναμφίβολα θεωρούνται αυτάρκεις και

ιδανικές, αλλιώς δε θα συνέθεταν το

ξεχωριστό "εγώ" σου!

Εγώ, α’απρόσωπο, γένους απροσδιόριστου, 

 αριθμού ενικού. 

Μάλλον η εξήγηση κρύβεται στο ότι είσαι αρκετός για το

"εγώ" σου και δε χρειάζεσαι επιβεβαίωση για να

καταστείς πληθυντικός.

Μα μη το κάνεις. Μη σε ξεχνάς. Σταμάτα να σε

μισείς, πάψε να σε κρίνεις. Άσε και κάτι και

στους άλλους -εξάλλου γι’αυτό βρέθηκαν στην

ζωή σου- για να σε κρίνουν, μα γιατί τους

ακούς;

Μήπως σε ξεχνάς; Μήπως το αντιλαμβάνεσαι

και δε το καταπολεμάς; 

Μήπως, μήπως, μήπως. Κρύβεσαι από τα μήπως, 

τα "δήθεν", τα "άμα" και τα "αν" και έχεις κόψει τους

δεσμούς σου με το "τόλμα" και το "θα".

Σε βαρέθηκα, έχεις καταλήξει δειλή. Και μη

μου το αρνηθείς έφτασες εδώ επειδή σε

ξεχνάς ...

K. Γ' λυκείου

‘’ Έρωτας τ’ όνομά σου’’